ELENI TSAKMAKI

 

ΒΙΒΛΙΑ

ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΡΙΖΩΣΑΝ

“Τα δέντρα που δεν ρίζωσαν” εκδίδεται το 2001 από τις εκδόσεις University studio press,είναι μια ανθολόγηση βιωμάτων και εμπειριών, μια κατάθεση ψυχής των Ελλήνων μεταναστών για τα δύσκολα μονοπάτια που διάβηκαν στην ξενιτιά, είναι η ίδια η ζωή τους με τους επίμονους αγώνες και την ατελείωτη αγωνία να σταθούν και να ριζώσουν στον ξένο τόπο. Επίσης είναι εμπλουτισμένο με φωτογραφικό υλικό και χαρτιά ντοκουμέντα και το καθιστά σαν ένα ιστορικό ντοκουμέντο μιας εποχής του 50, 60 που έφευγαν μπουλούκια οι Έλληνες να βρουν την τύχη τους με μόνο εφόδιο τα νιάτα τους και τα γερά μπράτσα. Για το βιβλίο αυτό η συγγραφέας βραβεύτηκε από την πόλη του Μονάχου.
   
Απόσπασμα από το βιβλίο:
Βρισκόμαστε στην δεκαετία του 1960.
Μπροστά στο οικονομικό αδιέξοδο και στην πίεση που ασκούσε το εργατικό δυναμικό της χώρας μας για εύρεση εργασίας, η Ελλάδα υπογράφει το 1960 σύμφωνο συνεργασίας με τη Γερμανία.
Έτσι, νέοι από 18-35 ετών, -μόνο αυτές τις ηλικίες προέβλεπε η συμφωνία- παιδιά που έζησαν και ανδρώθηκαν μέσα στη φρίκη του πολέμου, δελεασμένοι από τ’ αγαθά που υπόσχονταν η μακρινή Γερμανία, χωρίς πολλούς ενδοιασμούς και χωρίς εναλλακτικές λύσεις άλλωστε, ετοιμάζονται για τη μετανάστευση. Υπογράφουν συμβόλαιο εργασίας για ένα χρόνο και ύστερα από εξονυχιστικές ιατρικές εξετάσεις από Γερμανούς γιατρούς, για επιβεβαίωση της καταλληλότητας τους από απόψεως υγείας, αναχωρούν από το χωριουδάκι τους για το άγνωστο, γεμάτοι προσδοκίες, ελπίδες και όνειρα, φτωχοί όμως από εμπειρίες κι όλα εκείνα τα απαραίτητα για τις καινούργιες μάχες που τους περίμεναν.
Τίποτε πια δεν τους κρατούσε τους νέους, δεν σκέφτηκαν ούτε γονείς, ούτε παιδιά, ούτε τίποτα και βούτηξαν στα βαθιά νερά κι ας μην ήξεραν κολύμπι. Πήγαν λοιπόν και σκορπίστηκαν σε όλες τις γωνιές της Γερμανίας, και η μόνη χαρά τους ήταν ο φάκελος με το βδομαδιάτικο.
Πότε έφευγε ο άντρας μόνος του κι αργότερα έπαιρνε τη γυναίκα του, και πότε γινόταν το αντίθετο. Όσο για τα παιδιά, αυτά ήταν τα αθώα θύματα, που πλήρωναν το βαρύτερο τίμημα της μετανάστευσης. Έμεναν πίσω στερημένα της μητρικής και πατρικής ζεστασιάς, στα χέρια ευτυχώς των γιαγιάδων και των παππούδων ή των θείων τους.
Σαν εμπορεύματα έφθαναν οι ξένοι στη Γερμανία, στη δεκαετία του 60. Τα τραίνα γεμάτα, έμπαιναν στο σταθμό του Μονάχου κι άφηναν εκεί το φορτίο, που κατανεμόταν σε ομάδες και στη συνέχεια κατευθυνόταν στα εργατικά παζάρια, ανάλογα με τα συμβόλαιά τους, που ήταν ασφαλώς συντεταγμένα στα μέτρα του ισχυρού, με το κατώτερο ημερομίσθιο και χωρίς τις έννοιες, τα δικαιώματα και παροχές που απολάμβαναν οι Γερμανοί εργάτες.
Ατέλειωτες οι περιπέτειες των μεταναστών, ατέλειωτα τα προβλήματα τους στην ξενιτιά, ατέλειωτα και τα ταξίδια τους, για να βρεθούν έστω για λίγο κοντά στα παιδιά και τις οικογένειές τους.
Τα περισσότερα παιδιά που γεννιόταν στη Γερμανία έφευγαν αμέσως σαν δεματάκια στην Ελλάδα, τα παρέδιναν στην γιαγιά και στον παππού. Οι αποστάσεις μεγάλες, τηλέφωνα δεν υπήρχαν τότε, μόνο από τα γράμματα μαθαίνανε τα νέα από τα παιδιά τους. Η γιαγιά ζωγράφιζε το χεράκι του μωρού πάνω στο χαρτί και από εκεί έβλεπαν πόσο μεγάλωσε το παιδί τους, αφού έκαναν δύο και τρία χρόνια να το δούνε. Που και που έπαιρναν και κάποια φωτογραφία των παιδιών, την στόλιζαν στο δωμάτιό τους και την έδειχναν όλο καμάρι. Όμως κακά τα ψέματα. Όσα παιδιά μεγάλωναν μακριά από τους γονείς τους όσο καλά κι αν περνούσαν, τα χρόνια αυτά άφησαν το στίγμα τους βαθιά στην καρδιά τους, όσο στα παιδιά, τόσο και στους γονείς κι ας μην θέλουν φανερά να το συζητούν.
   
Μας λέει μια μάνα:
Μόλις γεννήθηκε η κόρη μου την πήγα και την άφησα στην Ελλάδα στην μητέρα μου. Την έφερα στη Γερμανία όταν ήταν τεσσάρων χρόνων. Μπήκαμε σε αντίθετες βάρδιες με τον άντρα μου και την κρατήσαμε κοντά μας. Όμως αυτά τα χρόνια του χωρισμού σημάδεψαν την ζωή μας. Τώρα η κόρη μας είναι 42 χρονών και ανάμεσα μας υπάρχει μια ψυχρότητα, υπάρχει μια απόσταση, ενώ με τη δεύτερη κόρη μας που την είχαμε συνέχεια κοντά μας δεν συμβαίνει αυτό. Πολλές φορές λαχταρώ να την σφίξω στην αγκαλιά μου, ίσως κι αυτή να το θέλει, αλλά υπάρχει μέσα μας αυτό το κενό, αυτά τα χρόνια, που μας χωρίζουν. Εγώ το έχω μεγάλο καημό και προσφέρω περισσότερα σ’ αυτήν παρά στη μικρή, αλλά μάταια, βλέπω πως αυτή η πληγή δεν γιατρεύεται με τίποτε. Πληγωνόμαστε πολύ και οι δύο. Στεναχωριέμαι αφάνταστα κάθε φορά που το σκέφτομαι, νιώθω ένοχη.
Οι Έλληνες δεν μπορούσαν να προσαρμοστούν στον τρόπο ζωής και στον τρόπο διασκέδασης, γιατί εκείνα τα χρόνια δεν είχε και πολλά να προσφέρει η Γερμανία. Δεν μπορούσαν να συγκρίνουν την γερμανική διασκέδαση με την ελληνική, με τα δημοτικά τραγούδια, τους χορούς. Οι ελληνικοί χοροί έχουν κάποιες ρίζες, είναι τρόπος ζωής του Έλληνα, γι’ αυτό όπου κι αν βρίσκονται έχουν την ανάγκη να δημιουργήσουν ελληνικούς συλλόγους και να διασκεδάσουν ελληνικά.
Με τις ελληνικές κοινότητες, τα ελληνικά σπίτια, τις εκκλησίες, τους τοπικούς συλλόγους, τις χορωδίες, τα χορευτικά συγκροτήματα, τα θέατρα, τις λογοτεχνικές εκδηλώσεις, τα εστιατόρια, και τόσα άλλα τράβηξαν το ενδιαφέρον των Γερμανών. Είχαμε και έχουμε πάντοτε μια μεγάλη μερίδα Γερμανών που δίνει το παρόν σε όλες τις ελληνικές δραστηριότητες, κι αυτό δείχνει πως οι Έλληνες προσπαθούν πάντοτε για κάτι καλύτερο και το καταφέρνουν.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΠΑΡΘΗΚE

Το δεύτερο βιβλίο της Ελένης έχει τίτλο «Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΠΑΡΘΗΚΕ» εκδίδεται το 1994 και περιγράφει την ζωή της σαν μετανάστρια στην Γερμανία. Μέσα από την πορεία της αντανακλά και την πορεία όλων των Ελλήνων μεταναστών που μοιράστηκαν όλοι τις ίδιες δυσκολίες προσαρμογής, τα ίδια προβλήματα εργασίας και επικοινωνίας αλλά και τον ίδιο καημό, τον γυρισμό στην πατρίδα που άφησαν αναγκαστικά. Πρόκειται για ντοκουμέντο μιας ζωής σκληρής, μιλά για ανθρώπους ταλαιπωρημένους που κατάφεραν να σταθούν όρθιοι στη ζωή και να επιβιώσουν σε ένα περιβάλλον ξένο.
   
Απόσπασμα από το βιβλίο:
Πήρα τον γιο και μου πήγαμε στην Πτολεμαΐδα. Εκεί με περίμενε η κόρη μου που ήταν τώρα έξη χρονών και ρωτούσε κάθε μέρα πότε θα πάω. Όταν έφτασα, μεσημέρι, αρμαθιάζανε όλοι καπνό, μαζί και η κόρη μου.
“Η μαμά μου ” είπε μόνο και έμεινε στη θέση της. Έτρεξα και την πήρα στην αγκαλιά μου και κλάψαμε και οι δύο από χαρά. Έπιασε από το χεράκι τον αδερφό της και τον πήγε πίσω στην αυλή για να του δείξει τα ζώα. Την πήρα μαζί μου στη Θεσσαλονίκη για να την έχω κοντά μου όλο το μήνα της άδειάς μου.
Έψαχνα για σπίτι και ο καιρός ήταν λίγος. Βρήκα τελικά ένα ρετιρέ σε μια πολυκατοικία, έδωσα τα χρήματα που μαζέψαμε για προκαταβολή και τα υπόλοιπα γίνανε γραμμάτια για ενάμιση χρόνο.
“Μαμά, τώρα που αγόρασες το σπίτι, δε θα πας άλλο στη Γερμανία; με ρωτούσε η κόρη μου.
“Ναι, κορίτσι μου. Θα ξαναπάω για άλλα δύο χρόνια να το ξεχρεώσουμε και θα έρθουμε. ”
“Εμένα δεν μπορείς να με πάρεις μαζί σου;

Η ΠΑΝΙΝΗ ΚΟΥΚΛΑ 

Το 1993 η συγγραφέας Τσακμάκη Ελένη εκδίδει το πρώτο βιογραφικό της βιβλίο «Η ΠΑΝΙΝΗ ΚΟΥΚΛΑ» όπου εξιστορεί τα παιδικά της χρόνια και μέσα από τις σελίδες φαίνεται και η συνολική πορεία του τόπου που μεγάλωσε των συνθηκών που επικρατούσαν την εποχή από το 1942 μέχρι το 1961.
Οι αναμνήσεις, τα συναισθήματα και οι επιθυμίες της Ελένης καταγράφονται σε μια γλώσσα σαφή και ανεπιτήδευτη, με διαύγεια εκπληκτική, που καθιστά το έργο του πρώτου αυτού βιβλίου άμεσο και κατανοητό στον αναγνώστη.

  Απόσπασμα από το βιβλίο:

Κάτω από το μουντό ουρανό του Μοναχού έζησα και ζω ακόμη εδώ και 53 χρόνια. Τα παιδιά μου μεγάλωσαν, φύγανε από το σπίτι. Ξεπετάχτηκαν και τα εγγόνια μου, που τα βοήθησα όσο με χρειάζονταν. Τώρα έχω πιο πολύ χρόνο για τον εαυτό μου. Όμως, με πλακώνουν τα τέσσερα ντουβάρια του σπιτιού μου. Η πολλή ησυχία με πειράζει, δεν την αντέχω. Κάποτε ζητούσα λίγη ησυχία, λίγη ξεκούραση και δεν την έβρισκα, από τις πολλές ευθύνες των παιδιών και τις φωνές τους. Τώρα που τα κατάφερα, μου φαίνεται η ζωή μου άδεια, θέλω να μιλήσω κάπου, να τα πω, να ξεθυμάνω. Παίρνω μολύβι και χαρτί κι αρχίζω να σημειώνω ό,τι θυμάμαι από τη ζωή μου. Είναι ο μόνος τρόπος να περνώ τις ανιαρές μέρες μου στο μακρινό Μόναχο, που ήρθα πριν από πολλά χρόνια, κοπέλα ακόμη, με πολλά όνειρα. “Θα γυρίσουμε γρήγορα”, είπα σε όλους . “Το πολύ δύο χρόνια, μέχρι να χτίσουμε ένα δικό μας σπίτι. Να μου προσέχετε τα παιδιά μου, τίποτα άλλο και να μου γράφετε συχνά”. Τα δύο χρόνια γίνανε πενήντα τρία και ποιός ξέρει πόσα ακόμα θα περάσουν ώσπου να κλείσω τα μάτια μου. Τώρα κατάλαβα ότι τότε που υπέγραφα το “κοντράτο” για ένα χρόνο στη Γερμανία, το είχα υπογράψει για μια ζωή. Ήρθανε τα πράγματα έτσι που δέθηκα πολύ και δεν μπορώ να λύσω τα δεσμά μου και να φύγω, να ξεκολλήσω επιτελούς, να γυρίσω στο σπίτι μου, που τόσα χρόνια ετοίμαζα με αγάπη. “Να, αυτό για την Ελλάδα, για το σπίτι μου και εκείνο”, έτσι τα συγκέντρωσα.

ΤΑΞΙΔΙΑΡΙΚΑ ΠΟΥΛΙΑ

Το βιβλίο “ταξιδιάρικα πουλιά” κυκλοφόρησε το 2007 από τις εκδόσεις ΔΡΟΜΩΝ.
Ο παππούς η γιαγιά και τα τέσσερα εγγόνια τους ταξιδεύουν με το αυτοκίνητο από το Μόναχο της Γερμανίας με προορισμό την Ελλάδα. Η ομορφιά της διαδρομής, λόγω της εναλλαγής των εικόνων, ανεπανάληπτη: Μόναχο – Αυστρία – Ιταλικές Άλπεις – Βενετία - Ηγουμενίτσα – Μακεδονία!...
Συνεχίζουν το ταξίδι τους στην υπόλοιπη Ελλάδα: στον Όλυμπο, στα Τέμπη, στα Καμένα Βούρλα, στην Εύβοια... Φτάνουν στην Αθήνα. Επισκέπτονται την Ακρόπολη, την Πλάκα, το Μοναστηράκι, τον Λυκαβηττό... και φυσικά τα Μουσεία. Το ταξίδι συνεχίζεται στα νησιά, χαίρονται και απολαμβάνουν τη Θάλασσα, το ψάρεμα... την ελληνική αγάπη και φιλία.
Φεύγουν από την Πατρίδα με τις ωραιότερες εντυπώσεις και αναμνήσεις!... Ένιωσαν βαθιά, ότι οι ρίζες τους είναι Ελληνικές!... Ότι η Ελλάδα μας είναι μια χώρα με την ωραιότερη γεωγραφική θέση στον πλανήτη μας και η ομορφιά της έχει μια ποικιλία ατέλειωτη!...
 
Απόσπασμα από το βιβλίο:
Είναι σχεδόν μόνοι, τόσο πρωί, εκεί ψηλά στον λόφο του Σουνίου. Έχουν μπροστά τους την απεραντοσύνη της θάλασσας, το καθαρό αεράκι στα πνευμόνια τους και τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό δίπλα τους.
-Ελάτε όλοι μαζί να φωνάξουμε τον Ποσειδώνα.
Έβαλαν τα δυο τους χέρια στο στόμα, τα έκαναν σαν χωνί, κοίταξαν προς τη θάλασσα και φώναξαν δυνατά:
-Ποσειδώνα…! Ποσειδώνα…!
Φώναζαν τον θαλάσσιο Θεό και κοίταζαν μπας και τον διακρίνουν ανάμεσα στα κύματα πριν φύγουν από τον ναό του. Και για μια στιγμή τους φάνηκε πως αναταράχτηκαν τα νερά και πελώρια κύματα ξέσπασαν στην καυτή άμμο. Άρχισαν να κατεβαίνουν τον λόφο προς το μέρος που είχαν αράξει το αυτοκίνητό τους.
-Και τώρα, πάμε για μπάνιο. Μόλις δούμε μια ωραία ακρογιαλιά  θα σταματήσουμε.

ΜΑΜΑ, ΝΑ ΞΑΝΑΡΘΕΙΣ  

Το βιβλίο με τίτλο “Μαμά να ξανάρθεις” εκδόθηκε από τις εκδόσεις ΔΡΟΜΩΝ το 2004. Είναι ένα παιδικό κοινωνικό μυθιστόρημα βασισμένο στη ζωή των παιδιών των Ελλήνων μεταναστών της Γερμανίας. Τρεις αδερφούλες μένουν στο χωριό με τον παππού και την γιαγιά ενώ οι γονείς τους φεύγουν εργάτες στη Γερμανία. Τα παιδιά αυτά δεν χόρτασαν την μητρική αγκαλιά και την πατρική νουθεσία και ήρθαν αντιμέτωπα με τις αποφάσεις των γονιών τους, ώστε, χωρίς τη θέλησή τους, μετά από χρόνια να αποχωρίζονται τον παππού, την γιαγιά, τους φίλους, της πρώτες αγάπες και να πηγαίνουν κοντά στους γονείς τους, να ζήσουν κι' αυτά ανάμεσα σε δυο Πατρίδες και δυο κουλτούρες.

Απόσπασμα από το βιβλίο:
Ήμουν δεκατριών χρόνων και είχα τελειώσει την πρώτη Γυμνασίου. Οι γονείς μας αυτό το καλοκαίρι δεν θα ερχόταν με άδεια στο χωριό, και παρεκάλεσαν κάποιους συγγενείς, που είχαν έρθει με άδεια στο χωριό φεύγοντας να με πάρουν κι εμένα μαζί τους.
Την Έφη θα την άφηναν να τελειώσει το Λύκειο, αφού ήταν καλή μαθήτρια. Ενώ από την άλλη, ήθελαν και κάποια να μείνει στο χωριό, Εγώ δεν ήθελα καθόλου να πάω στη Γερμανία, όπως και η Έφη. Βέβαια λαχταρούσα να είμαι κοντά στους γονείς μου και στην Αρετή μας, αλλά λυπόμουν ν' αφήσω τη γιαγιά και τον παππού που με είχαν μεγαλώσει με στοργή από τότε που θυμόμουν τον εαυτό μου.

ΑΡΗΣ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΤΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΗ 

Το βιβλίο με τίτλο “Άρης το παιδί του μετανάστη” 1η έκδοση το 1998 από τις εκδόσεις Romiosini και 2η έκδοση, από τις εκδόσεις Δρόμων 2005.
Είναι μια αληθινή ιστορία ενός ζευγαριού με το γιο τους, στην οποία φαίνεται καθαρά πως τα παιδιά αποτελούσαν για τους γονείς μετανάστες ένα είδος αποσκευής που καλούνταν να μεταφέρουν συνεχώς ανάλογα με τις συνθήκες ζωής και εργασίας τους.
Πως όμως αντιμετώπισαν την κατάσταση αυτή τα χιλιάδες παιδιά που άφησαν πίσω τους φεύγοντας, ή τα έπαιρναν μετά από πολλά χρόνια μαζί τους;
   
Απόσπασμα από το βιβλίο:
«Σταύρο, παιδί μου. Μετά από την τελευταία σας άδεια ο Άρης κλαίει συχνά και σας ζητάει. Θέλει τη μαμά του λέει, να έρθει να τον πάρει μαζί της. Στεναχωριέμαι που τον ακούω να φωνάζει μαμά τη γειτόνισσα και μπαμπά το γείτονα. Το παιδί τώρα είναι σε μια ηλικία που σας χρειάζεται, θέλει τους γονείς κοντά του. Μην περάσει από το μυαλό σας ότι δεν το θέλω ή δεν μπορώ να το κοιτάξω. Ίσα-ίσα το έχω μια παρηγοριά, αλλά θέλω το καλό του παιδιού. Γι’ αυτό, μόλις πάρετε το γράμμα μου, σκεφτείτε το καλά, ή να έρθετε οριστικά εδώ ή να το πάρετε κοντά σας...».
- Είδες τι σου έλεγα, ότι το παιδί θα στεναχωριέται μακριά μας και δεν το πίστευες; Τέρμα λοιπόν, αύριο κιόλας θα πάω να το φέρω.
- Για στάσου μην πήρες φόρα επειδή γράφει η μάνα ότι κλαίει. Παιδί είναι και θα κλάψει λίγο. Περίμενε, να τακτοποιήσουμε πρώτα μερικά πράγματα και μετά πάμε και το φέρνουμε. Αύριο κιόλας πρέπει να φύγεις, έτσι ξαφνικά;
-Το πολύ μεθαύριο. Αυτήν τη φορά δεν σε ακούω, γιατί εμείς δεν πρόκειται να τακτοποιηθούμε, όσα χρόνια κι αν περάσουν...

ΣΤΟΥΣ ΔΕΛΦΟΥΣ ΜΕ ΤΟΝ ΗΝΙΟΧΟ

Το βιβλίο με τίτλο “Στους Δελφούς με τον Ηνίοχο” εκδόθηκε το 2005 από τις εκδόσεις ΔΡΟΜΩΝ. Είναι ένα διδακτικό, εκπαιδευτικό παιδικό μυθιστόρημα, διαδραματίζετε μέσα στον Ιερό χώρο των Δελφών και συγκρίνετε ο αρχαίος πολιτισμός με τον σημερινό.
Ο Νίκος μένει έκθαμβος από τα εκφραστικά μάτια του Ηνιόχου. Ονειρεύεται ότι περπατάει δίπλα του, βλέπει διάφορα, μαθαίνει πολλά... και τον συναρπάζει η ιστορία των προγόνων του.
   
Απόσπασμα από το βιβλίο:
Σε λίγο ο Ηνίοχος στρέφει το άρμα του προς την επιτροπή και υπερήφανος τους χαιρετάει με ένα ελαφρύ σκύψιμο του κεφαλιού. Μετά του περνούν στα μαλλιά την ταινία του νικητή και οι θεατές τον χειροκροτούν ασταμάτητα.
Ακούει το θρόισμα των φύλλων, των νερών, το κελάηδημα των πουλιών στην ήρεμη φύση, το κάλεσμα των θεών και είναι πολύ ευχαριστημένος που ζει ανάμεσά τους.
Όταν τελείωσαν όλα ο Νίκος βρέθηκε και πάλι δίπλα του. Τότε ο Νίκος θέλησε να του δείξει κι αυτός με τη σειρά του τον σημερινό πολιτισμό.
Το βιβλίο αυτό έγινε θεατρικό και παίχτικε από το μουσικό Γυμνάσιο Αλίμου Αθηνών, στα Γυμνάσια του Μόναχου της Γερμανίας.

ΤΟ ΜΠΟΥΚΑΛΙ ΠΟΥ ΤΑΞΙΔΕΥΕ

Το βιβλίο αυτό εκδόθηκε το 2009 στην Αθήνα από την συγγραφέα. Είναι δίγλωσσο ελληνογερμανικό. Η Ελενίτσα, από ένα νησί της Ελλάδας, γράφει ένα μήνυμα, το κλείνει σ' ένα μπουκάλι και το δίνει στον πατέρα της, που είναι ναυτικός, να το ρίξει στο πέλαγος.
   
Απόσπασμα από το βιβλίο:
Το μπουκάλι ταξιδεύει στις απέραντες θάλασσες και τι δεν συνάντησε στο δρόμο του. Γλάρους, λογιών - λογιών ψαράκια, δελφίνια, καρχαρίες, μπήκε μέσα σε έναν όμορφο παράδεισο με άπειρες παράξενες μορφές σε πελώρια κοράλλια και κάποια στιγμή τα κύματα το βγάζουν στην Μαδαγασκάρη όπου το βρίσκουν οχτώ αδελφάκια.
-Ψάρι θα είναι! Κολυμπάμε γρήγορα να το φθάσουμε!
-Δεν είναι ψάρι, είναι ένα μπουκάλι, δεν το βλέπετε; είπε το τρίτο παιδί.
-Αχ, ναι, μπουκάλι είναι! Γρήγορα να το φθάσουμε. Φαίνεται σαν να έχει κάτι μέσα!
Κολύμπησαν όλα μαζί, αλλά δεν το φθάσανε, γιατί το μπουκάλι έτρεχε πολύ πιο γρήγορα και τα παιδιά γύρισαν πίσω απογοητευμένα…
Και το μπουκάλι συνέχισε το ταξίδι του… και ταξίδευε και ταξίδευε.

ΑΣΤΡΟΠΑΛΑΜΙΔΑΣ Ο ΠΡΟΣΤΑΤΗΣ ΤΩΝ ΖΩΩΝ

Η ιστορία μας εδώ – με πρωταγωνιστές τα ζώα του δάσους και δύο εξωγήινους που ήρθαν να τα προστατεύσουν – μας δείχνει με απλό, και όμορφο τρόπο τη είναι χρήσιμο σε τούτη τη ζωή. Τα τελευταία χρόνια γίνεται μεγάλη καταστροφή στη Γη, τον πλανήτη που ζούμε...και υπεύθυνοι για όλα αυτά είμαστε εμείς οι άνθρωποι. Όμως χωρίς τα δώρα της φύσης και των ζώων, ο άνθρωπος είναι δύσκολο να ζήσει και ν' απολαύσει τη ζωή. Ας το σκεφτούμε καλύτερα αυτό.
   
Απόσπασμα από το βιβλίο:
«Αστραποσφαλιάρααα, ε, Αστραποσφαλιάρααα! Ξύπνα βρε υπναρά και φθάσαμε στη Γη. Γραμματογραμματέας να σου πετύχει. Τρελάθηκε στη δουλειά. Μάτι δεν άνοιξε σε όλο το ταξίδι.» Τον τραβάει από το πίσω μέρος του γιακά και τον σηκώνει όρθιο. Ο Αστραποσφαλιάρας με το ζόρι στέκεται στα πόδια του. Τρίβει τα μάτια του, κοιτάει παραξενεμένος τριγύρω και με απορία ρωτάει το αφεντικό του:
«Φθάσαμε κιόλας αφεντικό; Και τώρα δηλαδή είμαστε στη Γη; Σε κείνη τη στρογγυλή σφαίρα που βλέπαμε από ψηλά;
«Ναι, ναι σου λέω, φθάσαμε!»
«Πολύ γρήγορα δεν νομίζεις ότι φθάσαμε, αφεντικό;»
«Τι γρήγορα, μωρέ! Ένα χρόνο ταξιδεύουμε! Κι εσύ μου λες γρήγορα;»
«Πότε πέρασε ο χρόνος και δεν το κατάλαβα... Δηλαδή αυτή είναι η Γη;»
Κάνει μερικά βήματα, για να βεβαιωθεί κι αυτός ότι πατάει στη Γη και ξαναρωτάει τον Αστροπαλαμίδα:
«Και πού είναι όλα αυτά που βλέπαμε από ψηλά; Τα φώτα, τα κτίρια, οι άνθρωποι, τα ζώα; Εδώ δεν έχει τίποτε. Μου φαίνεται πως σε λάθος αστροδρόμιο προσγειωθήκαμε, αφεντικό.»
Ο Αστροπαλαμίδας του λέει αγανακτισμένος.
«Μη λες ανοησίες Αστραποσφαλιάρα! Πολύ σωστά προσγειωθήκαμε. Δε θυμάσαι που διαβάσαμε στο αστρονέτ, το οποίο επικοινωνεί με το ιντερνέτ, ότι εδώ δεν έχει αστροδρόμια, έχει μόνο αεροδρόμια; Εδώ είναι το δάσος. Δεν είπαμε πως θα προσγειωθούμε στο δάσος να βάλουμε μια τάξη στα ζώα; Πρόσεχε και θα δεις!»
Μόλις προσγειώθηκαν είδαν  τα ζώα μαζεμένα στο δάσος.
Ο Αστροπαλαμίδας έβγαλε την σφυρίχτρα και άρχισε να σφυρίζει και να τους λέει.
«Καλώς σας βρήκαμε ζώα της γης! Ήρθαμε εδώ γιατί θέλαμε να σας μιλήσουμε για κάτι πολύ σοβαρό.»

ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ

Φωνές σβησμένες από τον χρόνο. Το σκέφτηκα πολύ πριν πάρω την απόφαση να καταγράψω τις μαρτυρίες αυτές, και κάθε φορά αναρωτιόμουν τι θα ωφελούσε ένα τέτοιο βιβλίο αφού έχουν προηγηθεί τόσα και τόσα με τα ίδια θέματα. Γνωρίζοντας όμως από κοντά τους ηλικιωμένους πια αυτούς ανθρώπους, που, με δάκρυα στα μάτια, μου εξιστορούσαν τη ζωή τους, δείχνοντας τα σημάδια ακόμη στο σώμα τους που άφησαν οι βουρδουλιές και οι κλωτσιές των δεσμοφυλάκων, ε, τότε είπα: ¨Τέτοιου είδους μαρτυρίες δεν πρέπει να τις χαντακώνουμε, παρά να τις ενσωματώνουμε στην ιστορία μιας εποχής που έγιναν τόσα κακουργήματα σε αθώους ανθρώπους και χάθηκαν χιλιάδες ζωές.¨ Γι΄αυτό αυτά που άκουσα πρέπει να μείνουν έτσι αυθεντικά όπως μου τα διηγήθηκαν, ως παράδειγμα στις επόμενες γενιές να ξέρουν πόσο καταστροφικός είναι ένας πόλεμος.

ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΓΚΡΙΖΟΥΣ ΟΥΡΑΝΟΥΣ 

Ιστορίες ξεριζωμένων ανθρώπων από τις πατρίδες τους. Άλλοι έφυγαν με τη θέλησή τους για μια καλύτερη ζωή, κι άλλοι έφυγαν κυνηγημένοι με το φόβο να γλυτώσουν τη ζωή τους που κινδύνευε. Ακόμη ιστορίες παιδιών που, στα χρόνια του εμφυλίου πολέμου, μεταφέρθηκαν χωρίς τη θέλησή τους σε κράτη του ανατολικού μπλοκ όπου τα σκόρπισαν σε διάφορα ιδρύματα. Έτσι μεγάλωσαν μακριά από τους γονείς και τα αδέρφια τους. Μερικά από αυτά έσμιξαν μετά από πολλά χρόνια, όταν τους έδωσε η Ελλάδα αμνηστία. Αλλά όταν γύρισαν δεν βρήκαν την πατρίδα που ονειρευόντουσαν τόσα χρόνια...  Ακόμη η οδύσσεια του Φαρούκ που έφυγε κυνηγημένος από την πατρίδα του το Ιράκ, έφθασε με πολλές περιπέτειες στη Γερμανία για να ζητήσει άσυλο.  Η εξαφάνιση του μωρού της Αρχοντούλας που μόλις το έφερε στον κόσμο, της το πήρανε παρά τη θέλησή της.  Η Στέλλα, προδομένη από τον αγαπημένο της, αναγκάζεται να φύγει στην Αυστραλία για να παντρευτεί έναν άνθρωπο που δεν τον γνωρίζει, κρατώντας στο χέρι της μόνο μια φωτογραφία του που της έδωσε η προξενήτρα.  Η κυρά Βασιλική θα οδηγηθεί σε έναν οίκο ευγηρίας παρά τη θέλησή της, γιατί τα παιδιά της όλα δουλεύουν στα ξένα και δεν έχει κοντά της κανέναν δικό της στα στερνά της...  
Ιστορίες που αγγίζουν την ψυχή του αναγνώστη...

ΆΓΙΕ ΒΑΣΙΛΗ ΦΕΡΕ ΤΗ ΓΙΑΓΙΑ ΜΟΥ!...

Ο Γιαννάκης αγαπούσε πολύ τη γιαγιά του που έμενε στην Ελλάδα, ενώ αυτός στη Γερμανία. Έγραψε ένα γράμμα στον Άγιο Βασίλη και του ζήτησε να του φέρει για δώρο τη γιαγιά του.  Έλα όμως που έκανε πολλά λάθη... και προπαντός μπέρδεψε την Ελληνική με τη Γερμανική γλώσσα... έτσι που ο Άγιος Βασίλης δεν μπορούσε να καταλάβει τι του ζητάει...

Tι έγινε μετά... θα το μάθετε διαβάζοντας αυτό το βιβλίο!...

ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΑΠΟ ΤΗ ΣΜΥΡΝΗ
  
Το κορίτσι από τη Σμύρνη είναι η αληθινή συγκλονιστική ιστορία μιας προσφυγοπούλας, της Δημητρίας, που την ημέρα του διωγμού του 1922 - όταν η Σμύρνη καίγονταν και οι χριστιανοί έτρεχαν προς το λιμάνι να γλιτώσουν από την οργή των Τούρκων - εκεί πάνω στην καταστροφή χάθηκε από την οικογένειά της, και ήταν μόνο δέκα χρόνων κοριτσάκι...  Και τι δεν είδαν τα μάτια της...φωτιές, πτώματα, αίμα και βία... και αυτή να κλαίει ολομόναχη ψάχνοντας τον πατέρα της... Ακολούθησε το πλήθος και ανέβηκε σ' ένα καράβι που την έβγαλε στη Χίο. Εκεί τη βρήκε ο πατέρας της, μετά από τέσσερα χρόνια, να δουλεύει υπηρέτρια σε ένα σπίτι. Την πήρε μαζί του στην Κατερίνη κι εκεί αρχίζει η νέα οδύσσεια της ζωής της...

ΗΡΩΙΔΕΣ ΧΩΡΙΣ ΗΡΩΟ
  
Οι δύο μητέρες και η γιαγιά της Ελενίτσας είναι οι βασικές ηρωίδες αυτού του βιβλίου. Η Βαρβάρα, η βιολογική της μητέρα, ήρθε στην Ελλάδα από την περιοχή της Τραπεζούντας του Πόντου το 1922, σε ηλικία δέκα ετών. Ακολουθώντας μίαν Αμερικανική Επιτροπή περίθαλψης ορφανών παιδιών κατέληξε σε ένα ορφανοτροφείο στον Βόλο και από κει σε μία οικογένεια - για τις δουλειές του σπιτιού. Ο πατέρας της, μετά την αιχμαλωσία του στα Αμελέ Ταμπουρού, έρχεται κι αυτός στην Ελλάδα, την αναζητεί και την παίρνει μαζί του στην Κατερίνη όπου έχει εν τω μεταξύ εγκατασταθεί.

Η Δημητρία, η θετή της μητέρα, έρχεται εννέα ετών στην Ελλάδα με το Διωγμό. Έχοντας χάσει τους θετούς της γονείς στην προκυμαία της Σμύρνης, ανέβηκε μόνη της στο καράβι και αποβιβάζεται στη Χίο. Μια οικογένεια της προσφέρει στέγη και τροφή και αυτή προσέχει τα παιδιά, δουλεύει στα χωράφια και στη συγκομιδή της μαστίχας. Ο θετός της πατέρας την αναζητεί και την φέρνει μαζί του στην Κατερίνη όπου και συνεχίστηκε η οδύσσειά της με την μητριά της και αργότερα με τον άντρα της.

Η γιαγιά της, η κυρά Θανασούλα, έρχεται κι αυτή στην Ελλάδα από το Παπαζλί της Μικράς Ασίας μαζί με τα τρία της αγόρια της, τον Σπύρο, τον Παναγιώτη και τον Γιάννη. Η Ελενίτσα είναι το τέταρτο παιδί της Βαρβάρας και του Σπύρου. Τα γεγονότα που περιγράφονται είναι πραγματικά και η Ελενίτσα, η συγγραφέας, τα διηγείται έτσι όπως τα έζησε, όπως τα άκουσεκαι όπως τα θυμάται. Οι ιστορίες των ηρώων και των ηρωίδων, των προσφύγων με τις δύο γλώσσες και τις δύο πατρίδες, ανασύρουν ζωντανές τις μνήμες από μία εποχή με δυσκολίες, ανέχεια, φτώχια, πολέμους, αναταραχές, συγκρούσεις, αλλά και ανθρωπιά και αλληλεγγύη και αντιστάσεις.

Από την Μικρασιατική Καταστροφή και την Ανταλλαγή στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.